φεγγάρι

Όταν το φεγγάρι παίρνει το θάρρος και μιλά…


Για ένα φεγγάρι που πάντα θα γυρνά στο μυαλό μου…

Ξέρεις είναι κάποια βράδια που το Φεγγάρι σου μιλά γιατί θέλει και αυτό έναν φίλο να ακούσει τα παράπονα του.

Βάλε μου κάτι να πιω, κάτι δυνατό, είπε στην Βασίλισσα και θα σου πω τι έχω δει και τι ποτέ δεν είδα. Πήρε και αυτή και του έβαλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί μα δεν έφτανε τόσο ψηλά να του το δώσει. Δεν ξεμακραίνετε εσείς αν δεν χρειάζεται να ικανοποιήσετε το εγώ σας της είπε. Ντράπηκε, δεν απάντησε, ήξερε πως είχε δίκιο το Φεγγάρι…

Έσκυψε το κεφάλι του, εκείνο που συνήθως στέκεται τόσο περήφανο και έκανε να ξεκινήσει να μιλά. Καθάρισε τον λαιμό του από όσα τον βασάνιζαν και εκείνη έκατσε να ακούσει τι ήθελε να της πει.Ξέρεις όταν πρωτοείδα την Νύχτα την ερωτεύτηκα. Κατάφερα να δω πίσω απ’ το σκοτάδι που προβάλει για να μην δει κανείς τις αδυναμίες της και λάτρεψα την αλήθεια της.  Έχεις προσέξει πόσο όμορφη είναι η Νύχτα αν την αφήσεις να σε συνεπάρει στο ρυθμό της; Εγώ την άφησα και δεν το μετανιώνω. Και είχα την τύχη να με αφήσει και αυτή να φωτίσω τις γωνιές της, να της δώσω κάτι που δεν είχε μέχρι εκείνη την στιγμή, τρόπο να δει. Να δει όλα όσα στοργικά με τις μαύρες κουβέρτες της σκεπάζει για να μην τα παγώσει το κρύο με τα ψυχρά του χάδια.

Απ’ την πρώτη στιγμή ενδώσαμε σε αυτή την έλξη. Ζούσαμε κάτι πρωτόγνωρο, κάτι αντίθετο απ’ τα συνηθισμένα. Μόλις το Φως κρυβόταν και Εκείνη ξεπρόβαλε πίσω απ’ τα βουνά και μέσα απ’ τις θάλασσες, εγώ έτρεχα να την συναντήσω και εκείνη ερχόταν και με σαγήνευε με τα τσαλίμια της. Κάναμε έρωτα και αφήναμε την ουσία του είναι μας να ενωθεί. Ο έρωτας μας γένναγε Αστέρια, τα παιδιά μας. Την βλέπεις πόσο καλή μητέρα είναι; Όλα κοντά της, κοντά μας, εδώ στην γη του ατελείωτου Ουρανού που φτιάξαμε το σπίτι μας. Μα η Φύση επειδή ενώθηκε το διαφορετικό και το παράλογο δεν έχει μάθει να το συγχωρεί, μας καταράστηκε και έτσι τα παιδιά μας δεν ζουν για πάντα. Το φως τους εξαντλείτε ώσπου σβήνει εντελώς. Δεν μπορώ να την ακούω να σπαράζει που χάνει τα παιδιά της.”

Λυπάμαι του είπε, τι άλλο να έλεγε.

“Μην λυπάσαι, εσύ δεν έφταιξες. … απλά πονάω να την βλέπω να υποφέρει και ήθελα και εγώ να τα συζητήσω με την φίλη μου. Πες μου τα δικά σου τώρα γλυκιά βασίλισσα.”Μα δεν είχε τι να πει. Σιωπή… σε αυτήν βύθισε την κουβέντα τους.

۩۞۩

Ησυχία. Μια ατέλειωτη ησυχία πλαισιώνει τούτη την νύχτα.

Οι δρόμοι στέκονται εκεί και περιμένουν τους διαβάτες να βαδίσουν και να δώσουν στην πίσσα νόημα. Περιμένουν τα αυτοκίνητα να ζωγραφίσουν με τα λάστιχα τους διαδρομές, δίπλα στις ξεθωριασμένες άσπρες γραμμές τους. Προσμένουν τα αμάξια να περάσουν, για να γλεντήσουν λίγο με τις μελωδίες τους, για να διαβάσουν τις ψυχές τους μέσα απ’ τα τραγούδια που ακούνε οι οδηγοί τους, για να κλέψουν λίγη ζωή απ’ την ζωή τους.

Τι νύχτα θεέ μου. Σαν τις παλιές.

Μια ανάγκη δίχως όνομα, δίχως αιτία, με πρόσταξε απόψε να μείνω μέσα. Να θυμηθώ. Θυμήθηκα τότε που δεν ήξερα τι σημαίνουν οι λέξεις και τις χρησιμοποιούσα σε προτάσεις για να κατανοήσω το νόημα τους. Θυμήθηκα τότε που δεν γνώριζα τα συναισθήματα και τα αντιστοίχιζα με τους ανθρώπους για να συνειδητοποιήσω την ουσία τους. Θυμήθηκα πολλά γιατί λατρεύω να θυμάμαι. Να αναπολώ. Να σκέφτομαι τα περασμένα, τα όμορφα. Εσένα σου αρέσει να θυμάσαι ή σε βολεύει να ξεχνάς;

Δακρύζω για όσα φύγανε χωρίς να τα ζήσω. Χαμογελώ για όσα έζησα και όσα θα έρθουν. Και αφήνω το δάκρυ και τα χαμόγελα να εναλλάσσονται γιατί είμαι άνθρωπος και έχω ανάγκη και τα δυο.

Κάποτε ένα αστέρι μου ψιθύρισε πως τα όνειρα παίρνουν ένα κομμάτι απ’ την ψυχή και το δίνουν στο μέλλον να το φυλάξει. Μου είπε πως η φωτιά των ονείρων δεν σβήνει ποτέ. Πες μου πως τα κατάφερες και πάγωσες τούτη την φωτιά;! Εγώ που για χάρη σου γύρισα την πλάτη μου σε κάθε παραμύθι. Εξόρισα τους δράκους και όλες τις μάγισσες που βρήκα και έβαλα τις νεράιδες να σου στρώνουν μονοπάτια από υάκινθους. Πρόσταξα τις κολοκύθες να γίνουν άμαξες και σε όλους τους γάτους φόρεσα παπούτσια για να σε υπηρετούν.  Έβλεπα τα αστέρια να θυσιάζονται για το καλό της Νύχτας και εγώ έπνιγα τα δάκρυα και έκανα ευχές. Έταζα στον χρόνο μυστικά για να μην σε πάρει ποτέ απ’ το πλευρό μου. Μα ξέρεις, το τέλος το κλείνει το μυαλό σε μια σταγόνα που την αφήνει να κυλήσει απ’ τα μάτια πριν τα χείλη προλάβουν να προφέρουν τα γράμματα της λέξης αυτής. Κύλησε…

Κάθε τέλος μια νέα αρχή έτσι Φεγγάρι μου; Ελπίδες πλέκει ο άνεμος και μου τις ρίχνει, για να ανεβάσω τους καημούς μου στον ουρανό και να χαθούν στα ατελείωτα σοκάκια του.

Αγάντα ψυχή μου, ταξιδεύει η ευτυχία μας στα πελάγη της ζωής και αν δεν πνιγεί θα έρθει να μας χαρίσει θησαυρούς από πειρατές ξακουστούς και χώρες προικισμένες. Αγάντα και όλα θα γίνουν…

˜ ۩۞۩

Μια Κουκουβάγια πέρασε και το Φεγγάρι την κοίταξε σαστισμένο. Η Βασίλισσα φοβήθηκε για το τι θα ακούσει και έσφιξε τα χείλη της, σαν να προετοίμαζε σιγά σιγά τον εαυτό της. Την ρώτησαν για που τρέχει. Εκείνη έκατσε στα κάγκελα του μπαλκονιού και τους είπε για τυφώνες που ξερίζωσαν όνειρα από κάποιες καρδιές, για νεροποντές και πλημμύρες που έπνιξαν έρωτες που λογαριάζονταν για δυνατοί, για σεισμούς που κατεδάφισαν ολόκληρα οικοδομήματα χτισμένα από χαμόγελα, ελπίδες και σκέψεις όμορφες και για αρρώστιες που δηλητηρίασαν την ανθρωπιά και την άφησαν να αργοπεθαίνει… Τους είπε και για ανθρώπους που φοβούνται πως οι μέρες τελειώνουν.

“Πόσο πόνο να ρουφήξει η γη. Πόση δυστυχία να τραβήξει μακριά ο άνεμος. Πόση μιζέρια να ξεπλύνει το νερό και πόση θλίψη να κάνει στάχτη η φωτιά”, αναρωτήθηκε το Φεγγάρι και δάκρυσε.

“Και εντάξει τι έγινε που οι μέρες τελειώνουν, εδώ ανθρώπινες ψυχές χάνουν την δύναμη τους” είπε η Βασίλισσα στο Φεγγάρι όταν άκουσαν για την δυστυχία του κόσμου και έπειτα άφησε την Νύχτα να σκεπάσει τους ανθρώπους κάτω απ’ τα σκούρα της σκεπάσματα, να μην παγώσουν τα όνειρα τους απ’ το δήθεν, το απρόσωπο της εποχής..

Εγώ το μόνο που θα πω είναι πως η ζωή δεν θέλει να μπορείς να την συγκρίνεις, η ζωή θέλει να ξέρεις να την ζεις. Και αν νιώθεις πως  η ζωή σου δεν αποτελεί έμπνευση για εσένα, τότε ήρθε η ώρα να ζήσεις αλλιώς. Γιατί όσα χρώματα και αν αλλάξουν τα φεγγάρια και όσα αστέρια και αν θυσιαστούν η ζωή σου ορίζεται μονάχα από εσένα.

2/11/2012

♔DƦάɱα QuƎeи♔

To άρθρo αυτό είναι πνευματική ιδιοκτησία του blog  “Οι Κρυφές μου Σκέψεις” . Απαγορεύεται η αντιγραφή, η δημοσίευση, η αναπαραγωγή ή η μετάδοση του, από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε μέσο χωρίς την αναγραφή της πηγής. Copyright  Οι Κρυφές μου Σκέψεις® All rights reserved.

Ίσως για πάντα… μάλλον ποτέ!


Ο Αμερικανός κωμικός George Carlin είπε, “Υπάρχουν νύχτες που οι λύκοι είναι σιωπηλοί και μόνο το φεγγάρι ουρλιάζει”. Τέτοιο βράδυ είναι και το αποψινό!

Βρέχει και έχω κολλήσει το βλέμμα μου σε μία κολόνα της ΔΕΗ και βλέπω την βροχή να πέφτει πλάγια. Όταν αντιλαμβάνεται το κοίταγμα μου γίνεται πιο δυνατή, σαν να προσπαθεί να μου πει πως θέλει να κλείσω την κουρτίνα και να κοιτάξω την δουλειά μου, μα κάνω πως δεν κατάλαβα τι εννοεί.

Αν το μυαλό μου είναι τοπίο και οι σκέψεις μου χιόνι, σε λίγο θα το στρώσει και το έδαφος θα γίνει γλιστερό και επικίνδυνο. Μα δεν ξέρω αν τελικά είναι επικίνδυνες οι σκέψεις μου ή οι άνθρωποι που μου τις δημιουργούν. Τέλος πάντων, θα δείξει.

Την ώρα που η Νύχτα πλησιάζει αυτές τις σκέψεις και τις σκεπάζει με ένα πάπλωμα ατόφιου ουρανού, εγώ αναρωτιέμαι υπάρχει κάτι που να την φοβίζει; Κάτι που στο άκουσμα του ακόμα και η αγέρωχη μορφή της να τρέμει. Δεν μπορεί θα υπάρχει, κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες ακόμα και τα σίδερα λυγίζουν.

Το ροζ στυλό μου, τρέχει αλαφιασμένο στο άσπρο χαρτί που ομορφαίνουν αυτές οι οριζόντιες μπλε γραμμές για να καταγράψει τις εικόνες που σχηματίζει το μυαλό μου και στέλνει με μικρά γραμματάκια στο στόμα μου. Μα νιώθω πως ίσως δεν προλάβει. Κάποιες φορές κιόλας τα παρατάει για να πάρει ανάσες και μετά συνεχίζει δυναμικά.  Άλλες πάλι παραπατά μέσα στην βιασύνη του και εγώ κρατιέμαι να μην γελάσω, μα το θαυμάζω κατά βάθος! Μου αρέσει που δεν τα παρατάει εύκολα.

Αφήνω την φαντασία μου στο έλεος του ανέμου του ταξιδευτή, να την πάει εκείνος εκεί που πρέπει, μάλλον όχι!! Να την πάει, εκεί που θέλει, γιατί “πρέπει” η φαντασία ούτε λογάριασε, ούτε θα λογαριάσει. Οι ψίθυροι του αέρα, ακουστικές αντανακλάσεις σε ένα διάφανο γυάλινο κόσμο, σχηματίζουν μια μελωδία που υπνωτίζει και γητεύει τον ανυποψίαστο περαστικό που περπατά στο πεζοδρόμιο, κρατώντας μια ομπρέλα κόκκινη, άσπρη, μαύρη που θα τον προστατέψει από την βροχή. Από τη ζωή τι θα σε προστατέψει φίλε μου; Οι στάλες της βροχής είναι ακίνδυνες, των ματιών σου να φοβάσαι!

Κι αφού ξεχείλισαν αυτό το τετράδιο τα συναισθήματα, με τις μουτζούρες, με τις σκέψεις και τα λάθη τους, λέω να το κλείσω να πάει στο διάολο. Μπα απλά θα σκίσω την σελίδα. Πάει, σκέψη ήταν και έσβησε. Έλα μωρέ εδώ σβήνουν οι Έρωτες, εδώ τελειώνουν οι αρχές, εδώ “ξεφτίζουν” οι άνθρωποι, η σελίδα θα μας πειράξει;!

Το βλέμμα μου πήγε άθελα του στο τέλος του ουρανού εκεί που τα αστέρια είχαν μαζευτεί σε ένα σχήμα ακανόνιστο σαν οπαδοί προσηλωμένοι που μετέχουν σε μυστικιστική τελετή. Γύριζαν τα μάτια μου και έψαχναν μήπως αναγνωρίσουν τις ευχές που ήταν γραμμένες στο καθένα από αυτά ή τουλάχιστον τον αποστολέα μα η αναζήτηση ήταν μάταιη, έκρυβαν τις ταυτότητες τους πίσω από μάσκες σύννεφων και ήταν αρκετά μακριά για να ταξιδέψει στους διαδρόμους του ανέμου η ψαλμωδία και να ακούσω κι εγώ.

Μία Ελπίδα που καθόταν δίπλα στο Φεγγάρι και είδε τι προσπαθούσα να κάνω, έριξε σκάλα μεταξένια, κεντημένη με αστερόσκονη που ξεκινούσε δεν έβλεπα καθαρά από που, αλλά τέλειωνε στο παράθυρο μου. Μου χτύπησε το τζάμι και με ρώτησε…

-Γιατί αγωνιάς γλυκιά μου;

-Για το αύριο.

-Γιατί; Προσμένεις να σου φέρει κάτι;

-Ναι του το ‘χω ζητήσει. Λες να το ξέχασε;

-Όχι μην φοβάσαι, δεν ξεχνά. Αυτό που ζήτησες θα το περιμένεις; Λες να κρατήσει;;

-Ίσως για πάντα… μάλλον ποτέ!

Την ώρα που έκλεινα το κείμενο, το ράδιο έπαιζε ένα τραγούδι της Τάνιας Τσανακλίδου, το πάτωμα και ένιωσα την ανάγκη να παραθέσω δύο στίχους αυτού του τραγουδιού :

Να κοιμηθώ στο πάτωμα
να κλείσω και τα μάτια
γιατί υπάρχουν κι άτομα
που γίνονται κομμάτια

☆╮ ✩✩ ╰☆╮ ✩✩ ╰☆╮ ✩✩ ╰☆╮

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΚΟΣΜΕ

☆╮ ✩✩ ╰☆╮ ✩✩ ╰☆╮ ✩✩ ╰☆╮

Στην μαγεία αυτής της νύχτας,

σκέψη σε χάνω, μην απομακρύνεσαι…

Και εσύ ψυχή που ξενυχτάς,

μην επηρεάζεσαι, δεν έχεις μάθει να υποκρίνεσαι…

Έχει αέρα, και η φωτιά φουντώνει,

οπότε στην φλόγα της Νύχτας όλα ρίχ’ τα…

και αφού καούν, στις στάχτες ζωγράφισε

μια γλυκιά Καληνύχτα!!

21/1/2012

♔DƦάɱα QuƎeи♔

 

To άρθρo αυτό είναι πνευματική ιδιοκτησία του blog  “Οι Κρυφές μου Σκέψεις” . Απαγορεύεται η αντιγραφή, η δημοσίευση, η αναπαραγωγή ή η μετάδοση του, από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε μέσο χωρίς την αναγραφή της πηγής. Copyright  Οι Κρυφές μου Σκέψεις® All rights reserved.

Εξαίρεση της εξαίρεσης μου… καληνύχτα!


Έχεις νιώσει ποτέ μια ακατανίκητη τάση να ουρλιάξεις τόσο δυνατά ώστε να ακουστείς μέχρι το φεγγάρι, να σε συμμεριστεί και αυτό και να τα σβήσει όλα, το φως του, τα αστέρια… να μείνει για λίγο ο κόσμος στο σκοτάδι. Έτσι κι αλλιώς «δανεικό» είναι το φως που λάμπει στα σπίτια κάθε βράδυ, όπως και τα όνειρα μας… υπάρχουν με ετερόφωτα στηρίγματα, αλλιώς μόνα τους καταρρέουν.

Χειμώνιασε έξω. Κάνει κρύο. Τι τα θες; Ξέρεις πόσες καρδιές παγωμένες έχω γνωρίσει; Και δεν ήταν καν χειμώνας τότε! Μελαγχολήσαμε πάλι ε; Τι να κάνουμε… δεν είναι όλες οι αποχρώσεις τις ζωής χαρούμενες.  Κάθομαι στον καινούριο μου καναπέ και χαζεύω έξω πόσο φοβούνται τελικά οι άνθρωποι την βροχή. Μα ναι, κοίτα τους πως τρέχουν, σαν να τους λένε οι στάλες καθώς πέφτουν μυστικά που έπρεπε να μείνουν έτσι… μυστικά και αυτά τα έφεραν στο φως και τώρα;

Ναι και τώρα τι; Συνεχίζουμε, έτσι δεν είναι; Ω βέβαια! Αυτό κάνουμε πάντα άλλωστε. Σκέφτομαι όλα αυτά που ήμουν, όσα είμαι, όσα δεν θα γίνω και όλα αυτά που δεν υπήρξα ποτέ… για μένα και για σένα και για τον κάθε μοναχικό ταξιδευτή που θα αναζητήσει συντροφιά στο ταξίδι του και θα φροντίσει ο δρόμος του να διασταυρωθεί με τον δικό μου.

Θα μου πεις τι μας λες και εσύ απογευματιάτικα. Λες και δεν μας έφτανε ο καιρός μάς μελαγχολείς και εσύ. Ε τι να κάνω κάπου, κάπως πρέπει και εγώ να ξεσπάσω και τα βάζα όσο να ‘ναι τα λυπάμαι. Άσε που δεν αντέχω να έχω τριγύρω άλλα κομμάτια σπασμένα, λες και δεν μου φτάνει η καρδιά μου.

Όπως και να ‘χει σε λίγο έρχεται η Νύχτα. Πάλι απόψε έχει βάρδια. Πάλι απόψε θα ακούσει χιλιάδες ανθρώπους να κλαίνε, θα ακούσει χιλιάδες όνειρα να σπάνε, θα ακούσει πολλές ελπίδες να ξεψυχούν. Δεν θα ήθελα να ήμουν στην θέση της, στο ορκίζομαι. Εκτός και αν βέβαια το φεγγάρι ήσουν Εσύ. Σε αυτήν την περίπτωση θα άντεχα όλου του κόσμου την μαυρίλα απλά για να ΄ρθει η στιγμή να σε αγκαλιάσω.

Όταν ήμουν  στο δημοτικό μου έμαθαν πως όλοι οι κανόνες έχουν εξαιρέσεις. Δεν μου είπαν πως αυτό είχε προέκταση.  Μην εμβαθύνω έτσι κι αλλιώς κουράστηκα, πάω για ύπνο.

Απόψε δεν θα ονειρευτώ πάντως να ξέρεις. Όμορφες ψεύτικες αλήθειες στο κεφάλι μου ξανά δεν βάζω…

Εξαίρεση της εξαίρεσης μου,

☆Καληνύχτα☆

9/10/2011

♔DƦάɱα QuƎeи♔

To άρθρo αυτό είναι πνευματική ιδιοκτησία του blog  “Οι Κρυφές μου Σκέψεις” . Απαγορεύεται η αντιγραφή, η δημοσίευση, η αναπαραγωγή ή η μετάδοση του, από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε μέσο χωρίς την αναγραφή της πηγής. Copyright  Οι Κρυφές μου Σκέψεις® All rights reserved.

Νυχτερινή εξομολόγηση


Μια προσευχή από καρδιάς για όνειρα χαμένα.

Που χάος ,πόνος και χαρά μαζί τους ‘γίναν ένα.

Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού ψάχνω να βρω τα ίχνη.

Μα εκείνο απόψε με αγνοεί , τίποτα δεν μου δείχνει.

Εγώ πονώ και εσύ ψηλά λάμπεις για να ζηλεύω.

μα εγώ μονάχα  γιατρειά για τις πληγές γυρεύω.

Νύχτα μου παγωμένο και αδειανό είναι και αυτό το βράδυ.

Σβήσε το φως του Φεγγαριού να μείνω στο σκοτάδι.

Να νιώσω, να ονειρευτώ ,να κλάψω δίχως να με δούνε.

Να μην χαρούν όσοι με μισούν και λυπηθούν όσοι με αγαπούνε.

Να μείνω να παραδοθώ στο μένος της συνείδησης μου

να λυπηθώ που τώρα πια δεν είμαι εγώ μαζί μου.

Να λυτρωθώ στο δάκρυ μου, να κλάψω τον καημό μου.

Να θάψω μες την Γη βαθιά το ταπεινό Εγώ μου.

Αν είχα σκάλα Νύχτα μου θα ανέβαινα στα ουράνια

για να έβρισκα  πλοία να με παν στου Παραδείσου τα λιμάνια.

Για να μην αντικρίζω πια του Φεγγαριού τα φώτα.

Για να περάσω από την μυθική των Αστεριών την πόρτα.

Και να κρυφτώ εκεί που κανείς ποτέ δεν έχει πάει.

Για να κρυφτώ εκεί που τις νεράιδες …κάποιος τις αγαπάει.

 06-02-11

♔DƦάɱα QuƎeи ♔

Για το φεγγάρι απόψε


Φεγγάρι μου πανέμορφο το φως – μέσα στην νύχτα, πλησίασε εδώ κοντά και πάρε μου την πίκρα.

Το πέπλο έριξε η μάγισσα, σκοτείνιασε η πλάση, η μέρα έφυγε από εδώ – η φύση τα ‘χει χάσει.

Πλησίασε Φεγγάρι μου, μην στέκεσαι εκεί πάνω, όσο περνάει ο καιρός τόσες ελπίδες χάνω.

Τι λόγια πρέπει να σου πω; Πες μου, ποιες είναι οι λέξεις;

Η θάλασσα η απέραντη, Κυρά των Στεναγμών μου, δεν ήξερε τι να μου πει, με έστειλε σε εσένα.

Πες μου φεγγάρι μου γλυκό, ποια είναι τα γραμμένα; Τι να πιστέψω; Πες μου εσύ!! Τι περιμένω ακόμα;

Νεράιδα απόψε ντύθηκα και ήρθα εδώ μαζί σου. Μα εσύ με απομάκρυνες, μου είπες να πάω να ζήσω….

 23-09-09

♔DƦάɱα QuƎeи ♔