λογια χωρισμου

Πάνω στην στάχτη γράφτηκε ο επίλογος…


Μετά τις δώδεκα τα συναισθήματα φωνάζουν για να βγουν, για να τα αφήσω ελεύθερα λες και είναι φαντάσματα των ονείρων μου και ξεσκίζουν την ψυχή για να ελευθερωθούν και να έχουν την ευκαιρία να τελειώσουν τις μισοτελειωμένες δουλειές τους. Από πότε είμαι ψύχραιμη με τα φαντάσματα τριγύρω; Μάλλον από τότε που και η καρδιά μου πέθανε. Ίσως γι αυτό κάθομαι εδώ και δεν φεύγω τρέχοντας, θέλω να την δω μια τελευταία φορά.

Σηκώθηκα, έτρεξα κοντά στο παράθυρο τέτοια ώρα ερχόσουν και εγώ ήμουν τόσο ευτυχισμένη δεν με ένοιαζε αν το πρωί θα ξυπνούσα νωρίς, δεν με ένοιαζε τίποτα μονάχα πως θα σε έβλεπα. Κόλλησα το πρόσωπο μου πάνω στο τζάμι και ένιωθα την υγρασία σιγά σιγά να εισχωρεί στο δέρμα μου.

-Παιδί μου μην κάθεσαι δίπλα στο παράθυρο θα κρυώσεις, σαν να σε άκουγα να μου το λες.

Μήπως και αν κρυώσω θα αλλάξει τίποτα; Ο σωματικός πόνος είναι ο μόνος που εύκολα γιατρεύεται. Στο τηλέφωνο μου τρεις αναπάντητες. Οι φίλες μου, που θέλουν να τους πω τι; Ότι πονάω; Ναι και; Το μόνο που θα καταφέρω είναι να τις ανησυχήσω ειδικά εκείνη θα καταλάβει, θα το διαβάσει στην φωνή μου. Και δεν θέλω να την στεναχωρήσω, άστο, ας μείνουν αναπάντητες, απόψε είμαστε οι δυο μας…

Κοιμήθηκαν όλοι, ησυχία. Στην πόλη, στο σπίτι, στο δωμάτιο, στην ψυχή μου. Πόση ηρεμία; Και ενώ η εκκωφαντική σιωπή τυλίγει σιγά σιγά ολόκληρο τον χώρο με τις έγχρωμες κορδέλες της, εγώ θυμήθηκα εκείνο το βράδυ που ήρθες κουρασμένος κατευθείαν από την δουλειά και μου είπες “απόψε δεν θέλω να μιλήσουμε, θέλω απλά να κάτσουμε αγκαλιά”. Και όλο το βράδυ είχα κουρνιάσει στην αγκαλιά σου και δεν είπα τίποτα. Ένιωθα απλά την ευτυχία που σε μια σπάνια στιγμή βρήκε χρόνο και με επισκέφτηκε.

Όμως πέρασαν αυτά έτσι δεν είναι; Μα νιώθω αγάπη μου πως όλοι είναι εχθροί μου! Οι νύχτες που διαρκούν πολύ, οι δρόμοι που είναι άδειοι χωρίς εσένα να κοιτώ, οι λέξεις μου που σιγά σιγά εξαντλούνται, οι άνθρωποι που μου λένε πως “‘όλα θα πάνε καλά”. Ακόμα και το φεγγάρι, νόμιζα πως είμαστε φίλοι μα αυτό κοίτα το, λες και δεν νοιάζεται για μένα, βγαίνει και λάμπει. Του το πα, πως νιώθω άσχημα με την συμπεριφορά του, μα μου είπε πως αυτή είναι η δουλειά του, να βγαίνει και να λάμπει. Δεν αντέχεται μωρό μου αυτή η κατάσταση, “μου λείπεις, σε σκέφτομαι, άντε να ξημερώσει και πάλι”, κοιτάζω στο καθρέφτη και νιώθω πως δεν με ξέρω. Κάθε φορά απορώ ποια είναι αυτή που κοιτάζω. Και ξέρεις τι; Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής και η ψυχή μου κλαίει, όμως τα μάτια μου δεν είναι ωραία βουρκωμένα.

Σηκώθηκα να τελειώσω αυτή την εργασία που έχω να παραδώσω μεθαύριο. Ίσως είναι καλύτερα να είμαι απασχολημένη να μην σκέφτομαι.  Έναν επίλογο έχω ακόμα να γράψω. Μάλλον απόψε έχω δύο…

Άνοιξα το πρώτο συρτάρι του γραφείου μου. Πήρα το σημειωματάριο μου και είδα από κάτω το πακέτο με τα τσιγάρα σου. Λευκό και κόκκινο, θυμάμαι που σε πείραζα και σου έλεγα πως κατά βάθος γουστάρεις την ομάδα μου γι αυτό καπνίζεις τσιγάρα που έχουν στο πακέτο τους τα χρώματα της. “Ναι οκ ότι πεις” έλεγες και με τσίμπαγες και παίζαμε με τα χάδια, τα φιλιά, τις αγκαλιές. Και γέλαγα και σου έλεγα πως είσαι χαζό. Μάλλον εγώ ήμουν χαζή που δεν είδα το τέλος που ερχόταν και έπεσα πάνω του. Άνοιξα το πακέτο χωρίς να ξέρω γιατί, ίσως απλά εκείνη την στιγμή είχα ανάγκη να αγγίξω κάτι δικό σου. Τρία είχε μέσα. Τρία τελευταία. Σιγά σιγά όλα τελειώνουν αγάπη μου… τα τσιγάρα σου, οι αναμνήσεις μου, οι στιγμές μας.

Μπα δεν βγαίνει απόψε η εργασία άστο… ανοίγω το προφίλ της Νικολέτας και βάζω το τραγούδι που μου έμαθε εκείνη, ο Κώστας, δεν θυμάμαι, ξέρω όμως πως για σένα μου μιλά. Ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής. Για μένα μου μιλά, για όσα νιώθω, για τα λάθη που έκανα… ‘Ακουσε αγάπη μου, διάβασε τους στίχους στην ψυχή σου και νιώσε πως είναι τα τραγούδια να σε πονούν:

Μάτια μεγάλα μου, θλιμμένα μάτια

ποιος σου έχει κλέψει την χαρά…

Τι λάθος έκανα και είσαι κομμάτια

γιατί με σπρώχνεις μακριά;

Εγώ για σένα ξέρεις έκανα ότι μπόρεσα

για το φιλί σου που λαχτάρησα πολύ

έκανα δρόμο το κορμί και γεφυρούλα την ψυχή

και από τον κόσμο χώρισα

Με τα φαντάσματα του χθες σου αναμετρήθηκα

και τις σκιές τις πολεμούσα με φιλιά

μα έχουν περάσει όλα αυτά ίσως ζητούσες πιο πολλά

στην μάχη αυτή νικήθηκα και πάλι μόνος ζω…

Κάθε ανάσα μου έκανα αγέρι,

να σου δροσίζει το κορμί…

μες το ταξίδι σου ήμουν αστέρι, μη μου χαθείς στην διαδρομή…

Μάτια μεγάλα μου θλιμμένα μάτια ποιος σου ‘χει κλέψει την χαρά;…

Βάζω ένα ποτήρι από του ουίσκι από αυτό που σου άρεσε και ανάβω ένα τσιγάρο. Το αφήνω στο τασάκι σιγά σιγά να καίγεται. Πριν καεί ξέρω πως πρέπει να σου πω “αντίο”…

-Για πες μου λοιπόν αγάπη μου πως είσαι πως περνάς; Τι κάνω εγώ; Σε ευχαριστώ που ρώτησες. Δεν κάνω. Απλά δεν κάνω. Γύρισα πρόσφατα από ένα ταξίδι στο μυαλό μου. Είχα πάει μήπως βρω τρόπο να πατήσω ένα pause στην ζωή και να συνεχίσω όταν νιώσω έτοιμη. Μα ακόμα και το εφευρετικό μυαλό μου δεν … δεν βρήκε κάτι. Συνάντησα μια σκέψη ωστόσο εκεί και τσακωθήκαμε. Να την έβλεπες πως με κοιτούσε επικριτικά, λες και με ήξερε και από χθες “κορίτσι μου πας να τα βάλεις με την Ζωή, με το Χρόνο, με δυνάμεις που είναι πάνω από σένα… γιατί να μπεις σε αυτή την μάχη; Φύγε από εδώ πριν σε πιάσουν οι Αναμνήσεις γιατί αν το κάνουν δεν θα ξεχάσεις ποτέ. Φύγε, τρέξε και συνέχισε την ζωή σου…”. Τι να πεις θα περάσει μωρέ, με ξέρεις εμένα τις τελειώνω τις φάσεις. Αργώ, μα τις τελειώνω.

Σε έχασα και είναι βαρύ μα αν με χάσω θα είναι αβάσταχτο. Και σιγά σιγά με χάνω. Το βλέπω. Έχει τόσο κόσμο αυτή η γη γιατί εγώ να νιώθω μόνη δίχως μια σου λέξη; Δεν είναι άδικο λοιπόν; Απόψε το κατάλαβα. Σκύβω και ακουμπώ τα χέρια μου στα γόνατα. Ακούω την βροχή πως μου χτυπά την πόρτα. Άσ’ την απόψε είναι η τελευταία φορά που είμαστε μαζί, δεν έχω όρεξη να της μιλήσω.

Τελειώνει το τσιγάρο καρδιά μου, ήρθε η ώρα λοιπόν να πούμε αντίο. Μάλλον ας το πω σωστά. Ήρθε η ώρα να το πω εγώ το αντίο. Να σε αφήσω να φύγεις, να συνεχίσω και εγώ τον δρόμο μου. Βραχνιάζει η φωνή μου πριν καν να βγει. Πέντε γράμματα το αντίο και όμως πως να αφήσεις τα χείλη να το πουν; Τέλος πάντων μην το καθυστερώ άλλο, δεν αλλάζει. Να προσέχεις και να ‘σαι ευτυχισμένος. Σε ευχαριστώ για όλα. Συγνώμη δεν θα σου ζητήσω, μην περιμένεις, μπορείς να φύγεις. Απ’ την καρδιά μου θα ζητήσω, που πέθανε άδικα.

Πάει το τσιγάρο, έγινε στάχτη. Γέμισε ο χώρος στάχτες, από τα όνειρα που κάηκαν, από τα βράδια που πυρώθηκαν, από τις ευχές που κάψαμε, από το “Πάντα” που του βάλαμε φωτιά, από το “ποτέ” που ήρθε για να μας κάψει. Θα τα μαζέψω και θα τα ρίξω στα σκουπίδια και θα ανοίξω τα παράθυρα να μπει μέσα η βροχή, το αγιάζι, ο αέρας. Θα καθαριστεί ο χώρος. Θα αναπνεύσω ξανά, θα χαμογελάσω ξανά. Τώρα που έγραψα αυτόν τον επίλογο. Θα κάτσω να σκεφτώ, πως θέλω να ξεκινήσει ο επόμενος πρόλογος, και το κυρίως θέμα, θα το αφήσω στην ζωή…

2/2/2012

♔DƦάɱα QuƎeи♔

 

To άρθρo αυτό είναι πνευματική ιδιοκτησία του blog  “Οι Κρυφές μου Σκέψεις” . Απαγορεύεται η αντιγραφή, η δημοσίευση, η αναπαραγωγή ή η μετάδοση του, από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε μέσο χωρίς την αναγραφή της πηγής. Copyright  Οι Κρυφές μου Σκέψεις® All rights reserved.

Ένας παράλογος μονόλογος και οι συμβουλές της Νύχτας!


Πόσο κουρασμένη νιώθω! Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, μιλούσα με την Νύχτα. Μου έλεγε πόσο  στεναχωριέται που είμαι κομμάτια και πως στην τελική δεν πρέπει να νιώθω έτσι. Μου έλεγε για όσα έχει δει και πως η δική μου η περίπτωση μπροστά σε άλλες είναι ανάξια δράματος. Την άκουγα προσεχτικά, δίκιο είχε δεν λέω αλλά…

Το Φεγγάρι είχε γυρίσει την πλάτη του. Ήθελε να μας αφήσει να τα πούμε σαν γυναίκες, μάλλον πίστευε πως θα ένιωθα πιο άνετα έτσι.  Κάπου – κάπου της έριχνε δίκιο και έλεγε για τις στιγμές που του εκμυστηρευόμουν πως ένιωθα. Δεν μου άρεσε πολύ που της τα έλεγε, αλλά από ότι φάνηκε τα ήξερε ήδη όλα από μόνη της. Αυτό να μου πεις, ποιος έχει στα αλήθεια μυστικά από την Νύχτα;!

Η Adele αφιέρωνε στο αγόρι της ένα στίχο με νόημα : “never mind I ‘ll find someone like you” κι εγώ σκεφτόμουν ποιος ο λόγος να κάνει το ίδιο λάθος δεύτερη φορά; Δεν είναι ρητορική αυτή την φορά η ερώτηση μου. Σπάνια οι άνθρωποι καταφέρνουν να ξεφύγουν από το μοτίβο με το οποίο επιλέγουν τους «εκλεκτούς» και δεν έχω καταλάβει που στηρίζεται αυτή η επανάληψη; Στην καρδιά; Στο μυαλό; Στο DΝΑ ; Που; Ποιον να κατηγορήσω;

Πφφ είδες τι κάνει η μοναξιά; Σε κάνει να σκάβεις βαθιά και την παραμικρή λακκούβα του μυαλού και να ξεθάβεις αναμνήσεις και να μαστουρώνεις στον καπνό τους καθώς τις καίει ο χρόνος σιγά σιγά… με την ίδια ευκολία που ένα φιλμ καίγεται και καταστρέφονται οι φωτογραφίες… Εντάξει, θα ξεχαστεί κι αυτό το επεισόδιο μόλις προχωρήσει λιγάκι το σενάριο, δεν είπα το αντίθετο, αλλά δεν μου λέει κανείς πότε έχουμε γύρισμα για να ετοιμαστώ. Κι αγχώνομαι γιατί αν δεν με πάρουν ξανά τι ρόλο θα παίξω; Δεν θα παίξω; Θα είμαι εγώ;;; Τρομακτικό!!! Κρατάω αρχείο ασυγχώρητες πράξεις, μα θα τις κόψω στο μοντάζ… Τελικά ζωή είναι ένα θερινό σινεμά, μπάζει από παντού όμως κάποιες φορές, προσφέρει και ξέγνοιαστες στιγμές κάτω από το καλοκαιρινό ουρανό και όλη μας η ύπαρξη… το είπε και ο ραψωδός “είναι μια ταινία που περιμένουμε στην ουρά να δούμε με αγωνία” 

Εδώ και εφτά κείμενα η ίδια μελαγχολία, το ίδιο πνεύμα, πουθενά η έμπνευση. Τι καλή κι αυτή και την νόμιζα για φίλη μου. Στην δύσκολη στιγμή με παράτησε και έφυγε. Δεν πειράζει έτσι δεν γίνεται πάντα; Ε ναι! Τα έχουμε πει αυτά. Εγώ θα πληγώνομαι, η καρδιά μου θα πεθαίνει σιγά – σιγά, η ψυχή μου θα φεύγει, το μυαλό μου θα εξαπατάται, για τον εγωισμό ούτε λόγος… εγώ όμως στο τέλος της ημέρας πρέπει να χαμογελώ. Πρέπει ξέρω τι έγραψα. Για ένα πρέπει ζούμε τελικά. Και λίγο πριν τελειώσει ο χρόνος θυμόμαστε τα θέλω που θάψαμε για να ζήσει ανενόχλητο ένα «πρέπει» που τελικά δεν γουστάρουμε κιόλας.

Πάει λοιπόν ο εαυτός μου, πάνε οι φίλοι μου, πάει η έμπνευση, πας και εσύ. Που πας δεν μου πες μόνο. Ούτε εσύ, ούτε και οι άλλοι.

-Που πάτε ρε παιδιά; Πάρτε με μαζί σας. Φοβάμαι να μείνω μόνη εδώ, δεν ξέρω κανέναν και δεν φαίνονται και ιδιαίτερα φιλικοί. Πάρτε με καλέ. Μην φεύγετε, σας φωνάζω.

-Σταμάτα και μην κάνεις σαν μωρό. Χαμογέλα και κράτα το κεφάλι ψηλά. Δεν είναι ωραίο να σε λυπούνται και δεν σου πάει κιόλας.

-Μα δεν μπορώ να χαμογελάω σαν χαζή, πονάω. Να κλάψω θέλω. Να φωνάξω. Να τους βρίσω. Να τα σπάσω. Να φερθώ σαν ένας άνθρωπος. Αλλά…

-Αλλά… καταλαβαίνεις πως θα ήταν βλακεία και δεν το κάνεις συμφωνώ. Έτσι πρέπει. Για έναν εγωισμό ζούμε στην τελική. Σκούπισε τα δάκρυα!!

-Ένας τοίχος το πρόσωπο μου και βάλαμε σαν ταπετσαρία, υποκρισίες, ψευτιές, δήθεν χαμόγελα για να μην φαίνεται η αλήθεια… μα εγώ θέλω να την σκίσω και να δουν όλοι τον θλιμμένο αυτό τοίχο, που λίγο – λίγο έχτισαν. Ένα κομμάτι του είδε ο εαυτός μου και αποχώρησε… φαντάσου…

-Αποχώρησε γιατί είσαι υπερσυναισθηματική και δεν αντέχεσαι. Και γκρινιάζεις, γκρινιάζεις, γκρινιάζεις… και είσαι και περίεργη. Για πόσο να σε αντέξει και αυτός. Δεν φταίνε οι τοίχοι, εσύ φταις.

-Σταμάτα κλαίω. Άσε με στον πόνο μου.

-Κάποια στιγμή θα σε αφήσω και εγώ. Μα μην χαίρεσαι. Την στιγμή που θα το κάνω θα σε πατήσουν όλοι!!!

-Προτιμώ να με πατήσουν πόδια που επέλεξα να αγαπώ, παρά να φιλήσω πόδια ανθρώπων που ούτε καν αξίζουν να είναι δίπλα μου.

-Α καλά, άντε γεια… είσαι χαμένη υπόθεση.

-… κενό… σαν το είναι σου .

Κι όταν τέλειωσε αυτός ο διάλογος μέσα στο κεφάλι μου, μεταξύ των δύο πλευρών μου, ένα μου έμεινε να πω.

Είναι μεγάλο πράγμα να έχεις καρδιά και να αντέχεις να την κουβαλάς. Αν η ζωή είναι ένα πολύχρωμο αερόστατο, η καρδιά σου και τα βάρη της είναι το τελευταίο φορτίο που πρέπει να πετάξεις.

Ευχαριστώ λοιπόν Θεέ μου που μου έδωσες μεγάλη καρδιά για να έχω απόθεμα στην χαρά και ας πονάει τόσο η λύπη. Είναι ένα ρίσκο και μετά χαράς το παίρνω!!

13/1/2012

♔DƦάɱα QuƎeи♔

 

To άρθρo αυτό είναι πνευματική ιδιοκτησία του blog  “Οι Κρυφές μου Σκέψεις” . Απαγορεύεται η αντιγραφή, η δημοσίευση, η αναπαραγωγή ή η μετάδοση του, από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε μέσο χωρίς την αναγραφή της πηγής. Copyright  Οι Κρυφές μου Σκέψεις® All rights reserved.

Καλό ταξίδι, έρωτα θαλασσινέ…


Το κρύο αφόρητο. Ακουστικά στα αυτιά, φόρμα, κουκούλα και ο γυρισμός ήταν κάπως υποφερτός.

Τον είδα από μακριά να με κοιτά κι η γη άρχισε να τρέμει ή τουλάχιστον έτσι ένιωσα εγώ. Τι μανία κι αυτή κάθε φορά από τότε που τον γνώρισα, από την πρώτη κιόλας στιγμή που τον έβλεπα, η γη είχε την συνήθεια να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μου και να μας αφήνει μόνους.

Με πλησίασε και έβλεπα μια αγωνία στα μάτια του που δεν είχε λόγο να με περιμένει.

-Πως είσαι;

-Δεν είμαι.

-Πες μου! Είσαι καλά;

Τον επιτακτικό τόνο δεν μπορούσα να τον ερμηνεύσω, για να είμαι ειλικρινής δεν τον πολυσκέφτηκα απλά με εκνεύρισε, τον προσπέρασα…

Άπλωσε το χέρι του και με κοίταξε στα μάτια.

-Έτσι θα πάει τώρα; Θα με συναντάς στον δρόμο και δεν θα μου μιλάς; Νοιάζομαι για σένα! Θέλω να ξέρω πως είσαι. Είσαι καλά;

-Με ρωτάς αν είμαι καλά ή αν θα καταρρεύσω τώρα που δεν σε έχω;

-Και τα δύο.

-Η απάντηση είναι όχι και στα δύο.

Πήγε κάτι να μου πει αλλά σοβαρά δεν υπήρχε κάτι άλλο να ειπωθεί. Απομακρύνθηκα, όμως όταν έφτασα στην γωνία κατέκλυσε μια σκέψη το μυαλό μου που έπρεπε να την εξωτερικεύσω, δεν είχα άλλη επιλογή, με έπνιγε! Σταμάτησα απότομα λοιπόν, σχεδόν όσο απότομα είχες απομακρυνθεί από εμένα εκείνο το βράδυ με μια γελοία πρόφαση. Κοίταξα τον δρόμο σε μια προσπάθεια να κερδίσω χρόνο και ίσως να αποφύγω την συνέχεια που στο μυαλό μου δεν είχε θετική έκβαση. Περίεργο, για πρώτη φορά στον πολυσύχναστο αυτό δρόμο δεν είχε κίνηση. Έβλεπες μόνο ένα ή δυο αμάξια σαν να μην ήθελε η Μοίρα να υπάρχουν μάρτυρες σε αυτό το σκηνικό. Άκουγες τον άνεμο να σέρνει εκβιαστικά κάτι τσίγκινα κουτάκια. Ήθελα να αφεθώ κι εγώ στο έλεος του ανέμου. Όχι όμως, δέχτηκε μόνο να παρασύρει κάτι δάκρυα, τίποτα περισσότερο.

Γύρισα πίσω και τον είδα.  Είχε μείνει να με κοιτά. Πλέον ήμασταν μόνοι, σε ένα άδειο, θλιμμένο πεζοδρόμιο εκείνος στην μία γωνία και εγώ στην άλλη σαν να είχαμε κανονίσει μονομαχία σε western για την τιμή της αγάπης. “Με ήξερε αλήθεια τόσο καλά” αναρωτιόμουν συνέχεια “και περίμενε πως θα έχω και κάτι ακόμα να πω ή απλά ήθελε να το κάνει αληθινό;” Δεν ήμουν σίγουρη για την απάντηση! Έκανα λοιπόν τον θυμό μου ένταση και του φώναξα.

-Ξέρεις κάτι; Αν με νοιαζόσουν τώρα θα μου κράταγες το χέρι και θα με γύριζες εσύ σπίτι.  Δεν θα καθόσουν στην επόμενη γωνία σαν εχθρός μου. Αυτή την απόσταση εσύ την όρισες. Εσύ με έκανες να προσεύχομαι να χιονίσει, μήπως και το κρύο αγκαλιάσει το κορμί μου και αισθανθώ στην παγωνιά της καρδιάς σου,  την ύπαρξη των απαντήσεων στα “γιατί” που ψιθυρίζω κάθε βράδυ. Μην μου λες λοιπόν ότι με νοιάζεσαι. Δεν με νοιάζεσαι. Νιώθεις τύψεις που με πλήγωσες. Δεν χρειάζεται… προχώρα παρακάτω. Προχώρα, τα βήματα μας δεν συγχρονίζονται πια και οι παλάμες μου συνήθισαν το κρύο. Δεν χρειάζομαι να σε κοιτώ πια για να χαμογελώ, την πολυφόρεσα την μάσκα και τώρα έμεινε μόνιμα εκεί. Ψεύτικα χαμόγελα, ψεύτικα “καλά” απομεινάρια μιας ψεύτικης σχέσης. Δεν πειράζει μωρέ, πάει και αυτό έτσι; Μονάχα κάνε μου μια χάρη. Μην μου λες ψέματα, κοιτώντας με στα μάτια. Αντίο. Κουράστηκα να περιμένω τα “ναι” σου, τώρα πάρε εσύ τα “όχι μου” και έχε γεια.

-Συγνώμη για όλα.

Χαμογέλασα, δηλαδή όχι ακριβώς. Απλά ένα μειδίαμα αποφάσισε πως ήταν η σωστή στιγμή να πάρει θέση.

-Το Σ’αγαπώ σου με σκότωσε. Η συγνώμη σου σε μια νεκρή καρδιά δεν λέει τίποτα. Να ζήσουμε λοιπόν να θυμόμαστε αυτό που είχαμε…

Έτρεξε προς το μέρος μου και εγώ γύρισα με αποστροφή το κεφάλι. Έπιασε τα χέρια μου και μου είπε κοιτώντας με στα μάτια:

-Δεν ξεχνιέται αυτό που είχαμε. Το ξέρεις..

-Σου ζήτησα να μην μου λες ψέματα κοιτώντας με στα μάτια. Το έχεις ήδη ξεχάσει.

Τελειώσαμε λοιπόν.

Όταν έφτασα σπίτι, βρήκα το χαρτί ακουαρέλας που πάνω του είχε ζωγραφίσει ένα απόγευμα που ήμασταν μαζί, μια καρδιά να ξεπροβάλλει μέσα από μια θάλασσα.

Η αφιέρωση έλεγε : Η θάλασσα είναι η ζωή μου, την καρδιά μου την έκανες εσύ να βγει στην επιφάνεια. Σ’αγαπάω.

Ένα δάκρυ κύλησε καθώς ψιθύρισα το “αντίο”.

Πήγα στο γραφείο, κάθισα προσεχτικά και άρπαξα ξεψυχισμένα ένα μαύρο ανεξίτηλο μαρκαδόρο…

“Τάδε κείθε μια καρδιά τελείως ψεύτικη, που εγώ έκανα να βγει στην επιφάνεια”

Καλό ταξίδι, έρωτα θαλασσινέ…

 11/1/2012

♔DƦάɱα QuƎeи♔

To άρθρo αυτό είναι πνευματική ιδιοκτησία του blog  “Οι Κρυφές μου Σκέψεις” . Απαγορεύεται η αντιγραφή, η δημοσίευση, η αναπαραγωγή ή η μετάδοση του, από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε μέσο χωρίς την αναγραφή της πηγής. Copyright  Οι Κρυφές μου Σκέψεις® All rights reserved.

Στο φως του φεγγαριού ίσως σε δω ξανά! Καληνύχτα…


Όταν ο πληθυντικός γίνεται ενικός και το εμείς – εγώ, η νύχτα έχει άλλο χρώμα. Ένα χρώμα που δεν βλέπεις αλλά νιώθεις.

Κι όταν το χέρι σου μένει γυμνό να ξεπαγιάζει από την παγωνιά είναι βαρύ…θέλει χρόνο να κυλήσει το αίμα και να ζεσταθεί..

Και η ερημιά φοβίζει…

Όταν στα τρένα των ονείρων μένεις μόνος, κρύβεις το εισιτήριο στην τσέπη και αλλάζεις προορισμό.

Κι η μέρα τελειώνει, για να αρχίσει η επόμενη και να τελειώσει και αυτή με την σειρά της.

Κοιτάζω ψηλά μήπως και πέσει ένα αστέρι όμως μού τελείωσαν οι ευχές.

Καληνύχτα και ίσως που ξέρεις σε κάποιο φως του φεγγαριού σε συναντήσω ξανά…

_______★*☆*★* _________
Καληνύχτα Κόσμε!

_______★*☆*★*_________

5/1/2012

♔DƦάɱα QuƎeи♔

To άρθρo αυτό είναι πνευματική ιδιοκτησία του blog  “Οι Κρυφές μου Σκέψεις” . Απαγορεύεται η αντιγραφή, η δημοσίευση, η αναπαραγωγή ή η μετάδοση του, από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε μέσο χωρίς την αναγραφή της πηγής. Copyright  Οι Κρυφές μου Σκέψεις® All rights reserved.

Όταν μια καρδιά δακρύζει…


Αγάπη μου, αυτό το βράδυ η Νύχτα πέθανε

μαζί της και ο Έρωτας.

Με αυτό το τέλος τους σκοτώσαμε μαζί.

Για το μετά μην με ρωτάς.

˜٠•●♥●•٠

Για ποιο “μετά”, θες να μιλώ;

Για ποια ζωή και για ποιες σκέψεις μου;

Τι περιμένεις να σου πω;

Έχασαν το νόημα οι λέξεις μου.

٠•●♥●•٠

Ξέχνα ότι ζήσαμε μαζί, πρέπει να προχωρήσεις.

Και αν σε πλήγωσα ποτέ, ε ας με συγχωρήσεις.

Δεν το ‘θελα, ειλικρινά στο λέω από την καρδιά μου.

Μα τι ορκίζομαι, το ξέρεις και εσύ, ΕΣΥ ήσουν η καρδιά μου.

٠•●♥●•٠

Με σένα ένιωθα, με σένα έζησα, με σένα μόνο υπήρχα.

Όλες τις ώρες που αγαπώ, με σένα όλες τις είχα.

Για σένα κράταγα την ελπίδα ζωντανή, για σένα και για μένα.

Μα τώρα πέθανε και αυτή, πνίγηκε στων πληγών της το αίμα.

٠•●♥●•٠

Κλαίνε τα μάτια μου, κλαίει η βροχή, κλαίει η ζωή μας η κοινή.

Κλαίνε και όσοι μας ήξεραν και μας συνήθισαν μαζί.

Μα ποιο μαντήλι είναι ικανό τέτοια δάκρυα καυτά να απορροφήσει.

Ποιο χέρι έχει αντοχή αυτό το αντίο στο χαρτί να ζωγραφίσει.

٠•●♥●•٠

Αστέρι μου λάμψε εσύ, θα φύγω εγώ από τον ουρανό μας.

Έτσι και αλλιώς δεν μένω εδώ, αφού ματώσαμε το πιο όμορφο όνειρο μας.

Παίρνω τις τύψεις μου, τις αναμνήσεις μου και αποχωρώ γλυκιά ευχή μου.

Μα αφήνω όσα μου χάρισες και όσα δεν μου έδωσες τι να τα κάνω, δεν τα θέλω μαζί μου.

٠•●♥●•٠

Θα σε ξεχάσω όσο και αν φαίνεται τρελό.

Θα μάθω να υπάρχω μακρυά σου.

Και εκείνες τις νύχτες με βροχή.

Θα μάθω να μην έρχομαι κοντά σου.

٠•●♥●•٠

Αγάπη μου απόψε η Νύχτα πέθανε

όπως και οι στιγμές που είπες πως “Μ’αγαπάς”.

Φεύγοντας μια συμβουλή για σένα έμεινε.

Όταν μια καρδιά δακρύζει, εσύ σκύβεις το κεφάλι δεν κοιτάς!

٠•●♥●•٠

16/11/2011

♔DƦάɱα QuƎeи♔

To άρθρo αυτό είναι πνευματική ιδιοκτησία του blog  “Οι Κρυφές μου Σκέψεις” . Απαγορεύεται η αντιγραφή, η δημοσίευση, η αναπαραγωγή ή η μετάδοση του, από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε μέσο χωρίς την αναγραφή της πηγής. Copyright  Οι Κρυφές μου Σκέψεις® All rights reserved.